Παρασκευή, 5 Νοεμβρίου 2010
Η σελίδα αυτή θα παραμείνει προσωρινά ως έχει, μέχρις ότου εξασφαλιστεί καλή ποίηση ΚΑΙ στη μητρική γλώσσα των ποιητών. Στο μεταξύ μπορείτε να επισκέπτεστε τη σελίδα www.idrymapoiisis-gr.eu
Αναρτήθηκε από
Γιώργος Τσακιράκης / George Tsakirakis
στις
9:52 π.μ.
Σύνδεσμοι σε αυτήν την ανάρτηση
Σάββατο, 1 Μαΐου 2010
Anna Axmatoba / Άννα Αχμάτοβα, Russia / Ρωσία


(11 Ιούνη 1889 - 5 Μάρτη 1966)
Ρέκβιεμ ( έτη γραφής 1938, 1939,1940)
1.
Το πικροχάραμα σε πήρανε
κι εγώ ξοπίσω σου έτρεχα στο διάβα
Κλαίγαν παιδιά στη μαυροκάμαρη
και τα κεριά ελιώναν στα εικονίσματα.
Τα χείλη σου στην κρύα εικόνα πάνω απομείναν
και στάλες ίδρωτα κυλούν στο μέτωπό σου
θυμίζοντας το θάνατο…Δεν θα ξεχάσω!
Σαν τις γυναίκες των Στρελτσί
δίπλα στους πύργους του Κρεμλίνου
θα σε θρηνώ ουρλιάζοντας.
1935
απόδοση, Γιώργος Τσακιράκης
7.
Καταδίκη
Πέτρινα λόγια η καταδίκη
Πάνω στο στήθος μου χτυπούν
Μα κείνο ζωντανό είν’ ακόμα.
Περίμενα το πλήγμα τούτο
Θα αντέξω ξέρω πώς και τώρα.
Έχω πολλά να κάνω απόψε
Η μνήμη πρέπει να σβηστεί
Και πέτρα να κάνω την καρδιά μου
Να ξαναμάθω τη ζωή
Το καλοκαίρι με την κάψα του, ήρθε
Στο παραθύρι απ’ έξω στήνει γιορτή.
Μια μέρα φωτεινή με σπίτι άδειο
Γνώριζα από πριν πως θα συμβεί.
1939
μετάφραση, Δημήτρης Τριανταφυλλίδης
(Τα ποιήματα είναι προφανέστατα γραμμένα για τον γιο της Λέοντα που συνελήφθηκε τρεις φορές, το 1934, το 1938 και το 1940. Στη δεύτερη σύλληψή του είχε καταδικαστεί σε θάνατο, τον οποίο απέφυγε όταν και οι ίδιοι οι δικαστές που τον καταδίκασαν περιέπεσαν στη δυσμένεια του Στάλιν).
__________
«Άννα, χρυσόστομη πασών των Ρωσιών», είπε η Μαρίνα Τσβετάγιεβα
__________
Άννα Αχμάτοβα. «Ποιήτρια, το έργο της οποίας έγινε με την πάροδο του χρόνου η φωνή της συνείδησης της Ρωσίας στον 20ο αιώνα. Το πραγματικό της όνομα ήταν Άννα Γκορένκο (το επίθετο του πατέρα της). Όταν ο πατέρας της έμαθε τις ποιητικές της ενασχολήσεις την παρακάλεσε «να μη λερώσει το όνομά του». «Δεν μου χρειάζεται το όνομά σου» του απάντησε και υιοθέτησε το γένος της προγιαγιάς της που καταγόταν από τον Τάταρο Χάνο Αχμάτ. Έτσι στη ρωσική λογοτεχνία έκανε την εμφάνισή του το όνομα Άννα Αχμάτοβα.
Ξεκίνησε με τη σχολή των Ακμαϊστών αλλά αυτονομήθηκε γρήγορα και ξεχώρισε για τον λυρισμό, τους χαμηλούς τόνους και τα έντονα συναισθήματα της ποίησης της. Πέρασε όλη την ζωή κάτω από απηνείς διώξεις του σταλινικού καθεστώτος, το οποίο δεν δίστασε μάλιστα να χρησιμοποιήσει τον γιο της, φυλακίζοντάς τον προκειμένου η Αχμάτοβα να υποταχθεί «τοις κείνων ρήμασι». Αρνήθηκε, διατηρώντας την αξιοπρέπειά της μέχρι τέλους. Η «αγία και πόρνη» της ρωσικής ποίησης επέζησε του σταλινικού ολοκαυτώματος και το έργο της ήταν ο φάρος, η πυξίδα και ο χάρτης με τα οποία επιβίωσε ένας ολόκληρος λαός.
Την αποκάλεσαν «αστέρι του βορρά», παρόλο που γεννήθηκε στην Μαύρη Θάλασσα. Έζησε ζωή μακρά και γεμάτηΧ έζησε πολέμους, επαναστάσεις, απώλειες και λίγες στιγμές ευτυχίας. Την γνώριζε όλη η Ρωσία μα υπήρξαν εποχές που το όνομά της ήταν απαγορευμένο. Ήταν μια μεγάλη ποιήτρια με ρωσική ψυχή και ταταρικό επίθετο. Η Αυτής Μεγαλειότης, η Άννα Αχμάτοβα».
Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης
_____
Δεν κρύφτηκα κάτ’ από ξένο ουρανό
Ούτε φτερούγας ξένης προστασία
Ήμουν με τον δικό μου τον λαό
Όταν εζούσε μεσ’ τη δυστυχία
1961
Αντί προλόγου
Τα φοβερά εκείνα χρόνια της τρομοκρατίας του Γιεζόφ* πέρασα δεκαεπτά μήνες σε ουρές έξω από τις φυλακές στο Λένινγκραντ. Κάποια στιγμή κάποιος με «αναγνώρισε». Τότε μια γυναίκα με γαλανά χείλη που στεκόταν πίσω μου και που, σίγουρα, ποτέ δεν είχε ακούσει τ’ όνομά μου, συνήλθε απ’ το πάγωμα που μας κατείχε όλους την εποχή εκείνη και ψιθυριστά με ρώτησε στ’ αυτί ( την εποχή εκείνη όλοι ψιθυριστά μιλούσαμε):
-Αυτά εδώ μπορείτε να τα περιγράψετε;
Και τότε εγώ είπα:
-Μπορώ
Τότε κάτι σαν χαμόγελο γλίστρησε πάνω σ’ κείνο που κάποτε ήταν το πρόσωπό της.
Άννα Αχμάτοβα, 1η Απριλίου 1957, Λένινγκραντ
__________
*Γιεζόφ Νικολάι Ιβάνοβιτς (1895-1940): επικεφαλής της Επιτροπής Κρατικής Ασφάλειας της Ε.Σ.Σ.Δ.
Αναρτήθηκε από
Γιώργος Τσακιράκης / George Tsakirakis
στις
1:23 μ.μ.
Σύνδεσμοι σε αυτήν την ανάρτηση
Ετικέτες
Russia / Ρωσία
Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2010
Matsuo Basho, Ματσούο Μπασό / Japan, Ιαπωνία

(1644-1694) / Matsuo Basho
Two haiku


Ματσούο Μπασό (1644-1694)
Δυο χαϊκού
Ένα κοράκι στο γυμνό κλαδί.
Πέφτει το λυκόφως
του Φθινοπώρου.
__________
Βουνίσιο μονοπάτι.
Άρωμα από άνθη δαμασκηνιάς.
Ξαφνικά ο Ήλιος ανατέλλει.
(απόδοση στην ελληνική, Γιώργος Τσακιράκης)
Αναρτήθηκε από
Γιώργος Τσακιράκης / George Tsakirakis
στις
12:37 π.μ.
Σύνδεσμοι σε αυτήν την ανάρτηση
Ετικέτες
Japan / Ιαπωνία
Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2010
Allen Ginsberg, Άλεν Γκίνσμπερκ / U.S.A., Ηνωμένες Πολιτείες
ALLEN GINSBERG (1926-1997)
A supermarket in California
What thoughts I have of you tonight Walt Whitman,
for I walked down the sidestreets under the trees
with a headache self-conscious looking at the full moon.
In my hungry fatigue, and shopping for images, I went into
the neon fruit supermarket, dreaming of your enumerations!
What peaches and what penumbras! Whole families shopping at night!
Aisles full of husbands! Wives in the avocados, babies
in the tomatoes!—and you, Garcia Lorca, what were you
doing down by the watermelons?
I saw you, Walt Whitman, childless, lonely old grubber among
the meats in the refrigerator and eyeing, the grocery boys.
I heard you asking questions of each: Who killed the pork
chops? What price bananas? Are you my Angel?
I wandered in and out of the brilliant stacks of cans following you,
and followed in my imagination by the store detective.
We strode down the open corridors together in our solitary fancy
tasting artichokes, possessing every frozen delicacy, and never
passing the cashier. ferry.
Where are we going, Walt Whitman? The doors close in an hour.
Which way does your beard point tonight?
(I touch your book and dream of our odyssey in the supermarket
and feel absurd).
Will we walk all night through solitary streets? The trees add shade to shade,
lights out in the houses, we'll both be lonely.
Will we stroll dreaming of the lost America of love past blue automobiles in driveways, home to our silent cottage?
Ah, dear father, graybeard, lonely old courage-teacher, what America did you have when Charon quit poling his and you got out on a smoking bank and stood watching the boat disappear on the black waters of Lethe?
Berkeley, 1955
(translated by poet George Tsakirakis)
ΑΛΕΝ ΓΚΙΝΣΜΠΕΡΚ (1926-1997), Η.Π.Α.
Ένα σουπερμάρκετ στην Καλιφόρνια
Ποιες σκέψεις κάνω αυτό το βράδυ για σένα,/ Γουόλτ Γουίτμαν, περπατώντας στους μικρούς δρόμους/ κάτω απ’ τα δέντρα μ’ έναν πονοκέφαλο,/ κοιτάζοντας ενσυνείδητα την πανσέληνο.
Με μια πεινασμένη κούραση και ψάχνοντας ν’ αγοράσω εικόνες/
μπήκα μέσα στο «Νέον», ένα σουπερ μάρκετ φρούτων,/ ονειρευόμενος όσα εσύ προσπαθούσες ν’ απαριθμήσεις.
Τι ροδάκινα και τι μισόφωτα! Ολόκληρες οικογένειες να ψωνίζουν/ μέσα στη νύχτα. Διάδρομοι γεμάτοι από συζύγους! Σύζυγοι μέσα/ στα αβοκάντο, μωρά μέσα στις ντομάτες- κι εσύ, Γκαρθία Λόρκα, τι έκανες εκεί κάτω απ’ τα καρπούζια;
Σε είδα, Γουόλτ Γουίτμαν, άτεκνο, μοναχικό γερο τεμπέλη,/
να σκαλίζεις ανάμεσα στα κρέατα, μέσα στο ψυγείο και να παρατηρείς
τ’ αγόρια του παντοπωλείου./ Σε άκουσα να ρωτάς καθέναν χωριστά: ποιος σκότωσε
τις χοιρινές/ μπριζόλες; Πόσο κάνουν οι μπανάνες; Εσύ είσαι ο Άγγελός μου;
Περιπλανήθηκα μέσα κι έξω απ’ τους σωρούς με τις αστραφτερές/
κονσέρβες ακολουθώντας εσένα κι ακολουθούμενος στη φαντασία μου/ απ’ τον ντετέκτιβ του καταστήματος. Διασχίζαμε μαζί τους ανοιχτούς/ διαδρόμους μέσα στη μοναχική μας φαντασία δοκιμάζοντας αγκινάρες/ απολαμβάνοντας κάθε παγωμένη λιχουδιά, χωρίς να περνάμε ποτέ απ’ τις κυλιόμενες λωρίδες του ταμείου.
Πού πάμε, Γουόλτ Γουίτμαν; Οι πόρτες κλείνουν σε μια ώρα. Ποιο δρόμο/ θ’ ακολουθήσει η γενειάδα σου αυτό το βράδυ;/ (αγγίζω το βιβλίο σου και το όνειρο της οδύσσειάς μας στο σουπερ μάρκετ κι αισθάνομαι το παράλογο).
Θα περπατάμε όλη τη νύχτα μέσα στους μοναχικούς δρόμους;/
Τα δέντρα προσθέτουν σκιά στη σκιά, τα φώτα σβηστά στα σπίτια./ Θα είμαστε κι οι δυο μόνοι. Θα περπατάμε ονειρευόμενοι τη χαμένη Αμερική της αγάπης,/ προσπερνώντας τα μπλε αυτοκίνητα στους δρόμους προς το σπίτι, το σιωπηλό εξοχικό μας;
Αχ, ακριβέ πατέρα με τη γκρι γενειάδα, μοναχικέ γερο θαρραλέε-δάσκαλε,
ποια Αμερική είχες όταν ο Χάροντας έπαψε να σπρώχνει με το κοντάρι του
κι εσύ βγήκες έξω σε μιαν όχθη που κάπνιζε και στεκόσουν βλέποντας τη βάρκα
να εξαφανίζεται στα μαύρα νερά της Λήθης;
Μπέρκλεϊ, 1955
(μετάφραση, Γιώργος Τσακιράκης)
A supermarket in California
What thoughts I have of you tonight Walt Whitman,
for I walked down the sidestreets under the trees
with a headache self-conscious looking at the full moon.
In my hungry fatigue, and shopping for images, I went into
the neon fruit supermarket, dreaming of your enumerations!
What peaches and what penumbras! Whole families shopping at night!
Aisles full of husbands! Wives in the avocados, babies
in the tomatoes!—and you, Garcia Lorca, what were you
doing down by the watermelons?
I saw you, Walt Whitman, childless, lonely old grubber among
the meats in the refrigerator and eyeing, the grocery boys.
I heard you asking questions of each: Who killed the pork
chops? What price bananas? Are you my Angel?
I wandered in and out of the brilliant stacks of cans following you,
and followed in my imagination by the store detective.
We strode down the open corridors together in our solitary fancy
tasting artichokes, possessing every frozen delicacy, and never
passing the cashier. ferry.
Where are we going, Walt Whitman? The doors close in an hour.
Which way does your beard point tonight?
(I touch your book and dream of our odyssey in the supermarket
and feel absurd).
Will we walk all night through solitary streets? The trees add shade to shade,
lights out in the houses, we'll both be lonely.
Will we stroll dreaming of the lost America of love past blue automobiles in driveways, home to our silent cottage?
Ah, dear father, graybeard, lonely old courage-teacher, what America did you have when Charon quit poling his and you got out on a smoking bank and stood watching the boat disappear on the black waters of Lethe?
Berkeley, 1955
(translated by poet George Tsakirakis)
ΑΛΕΝ ΓΚΙΝΣΜΠΕΡΚ (1926-1997), Η.Π.Α.
Ένα σουπερμάρκετ στην Καλιφόρνια
Ποιες σκέψεις κάνω αυτό το βράδυ για σένα,/ Γουόλτ Γουίτμαν, περπατώντας στους μικρούς δρόμους/ κάτω απ’ τα δέντρα μ’ έναν πονοκέφαλο,/ κοιτάζοντας ενσυνείδητα την πανσέληνο.
Με μια πεινασμένη κούραση και ψάχνοντας ν’ αγοράσω εικόνες/
μπήκα μέσα στο «Νέον», ένα σουπερ μάρκετ φρούτων,/ ονειρευόμενος όσα εσύ προσπαθούσες ν’ απαριθμήσεις.
Τι ροδάκινα και τι μισόφωτα! Ολόκληρες οικογένειες να ψωνίζουν/ μέσα στη νύχτα. Διάδρομοι γεμάτοι από συζύγους! Σύζυγοι μέσα/ στα αβοκάντο, μωρά μέσα στις ντομάτες- κι εσύ, Γκαρθία Λόρκα, τι έκανες εκεί κάτω απ’ τα καρπούζια;
Σε είδα, Γουόλτ Γουίτμαν, άτεκνο, μοναχικό γερο τεμπέλη,/
να σκαλίζεις ανάμεσα στα κρέατα, μέσα στο ψυγείο και να παρατηρείς
τ’ αγόρια του παντοπωλείου./ Σε άκουσα να ρωτάς καθέναν χωριστά: ποιος σκότωσε
τις χοιρινές/ μπριζόλες; Πόσο κάνουν οι μπανάνες; Εσύ είσαι ο Άγγελός μου;
Περιπλανήθηκα μέσα κι έξω απ’ τους σωρούς με τις αστραφτερές/
κονσέρβες ακολουθώντας εσένα κι ακολουθούμενος στη φαντασία μου/ απ’ τον ντετέκτιβ του καταστήματος. Διασχίζαμε μαζί τους ανοιχτούς/ διαδρόμους μέσα στη μοναχική μας φαντασία δοκιμάζοντας αγκινάρες/ απολαμβάνοντας κάθε παγωμένη λιχουδιά, χωρίς να περνάμε ποτέ απ’ τις κυλιόμενες λωρίδες του ταμείου.
Πού πάμε, Γουόλτ Γουίτμαν; Οι πόρτες κλείνουν σε μια ώρα. Ποιο δρόμο/ θ’ ακολουθήσει η γενειάδα σου αυτό το βράδυ;/ (αγγίζω το βιβλίο σου και το όνειρο της οδύσσειάς μας στο σουπερ μάρκετ κι αισθάνομαι το παράλογο).
Θα περπατάμε όλη τη νύχτα μέσα στους μοναχικούς δρόμους;/
Τα δέντρα προσθέτουν σκιά στη σκιά, τα φώτα σβηστά στα σπίτια./ Θα είμαστε κι οι δυο μόνοι. Θα περπατάμε ονειρευόμενοι τη χαμένη Αμερική της αγάπης,/ προσπερνώντας τα μπλε αυτοκίνητα στους δρόμους προς το σπίτι, το σιωπηλό εξοχικό μας;
Αχ, ακριβέ πατέρα με τη γκρι γενειάδα, μοναχικέ γερο θαρραλέε-δάσκαλε,
ποια Αμερική είχες όταν ο Χάροντας έπαψε να σπρώχνει με το κοντάρι του
κι εσύ βγήκες έξω σε μιαν όχθη που κάπνιζε και στεκόσουν βλέποντας τη βάρκα
να εξαφανίζεται στα μαύρα νερά της Λήθης;
Μπέρκλεϊ, 1955
(μετάφραση, Γιώργος Τσακιράκης)
Αναρτήθηκε από
Γιώργος Τσακιράκης / George Tsakirakis
στις
11:18 μ.μ.
Σύνδεσμοι σε αυτήν την ανάρτηση
Ετικέτες
U.S.A. / Ηνωμένες Πολιτείες
Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009
Paulo Neruda, by Danai Stratigopoulou / Πάμπλο Νερούδα, απ' την Δανάη Στρατηγοπούλου
Listen another poem of Paulo Neruda, signed by Danai
Stratigopoulou / ακούστε άλλο ένα ποίημα του Πάμπλο
Νερούδα, τραγουδισμένο απ' την Δανάη Στρατηγοπούλου,
in / στο: www.idrymapoiisis-gr.eu
Αναρτήθηκε από
Γιώργος Τσακιράκης / George Tsakirakis
στις
11:30 μ.μ.
Σύνδεσμοι σε αυτήν την ανάρτηση
Ετικέτες
Chile / Χιλή
Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2009
Omar Khayyam, Ομάρ Καγιάμ, Persia (Iran) / Περσία (Ιράν)
Omar Khayyam, 1048-1131 / Ομάρ Καγιάμ


TWO COMPARATIVE RENDERINGS OF ABOVE “RUBAIYYAT” /
ΔΥΟ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΕΣ ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΠΑΝΩ "ΡΟΥΜΠΑΓΙΑΤ"
Ι
Awake! For Morning in the Bowl of Night
Has flung the Stone that puts the Stars to flight:
And lo! The Hunter of the East has caught
The Sultan’s Turret in a Noose of Light.
ΙΙ
translation and rendering into Greek by George Tsakirakis /
μετάφραση και απόδοση, Γιώργος Τσακιράκης


TWO COMPARATIVE RENDERINGS OF ABOVE “RUBAIYYAT” /
ΔΥΟ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΕΣ ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΠΑΝΩ "ΡΟΥΜΠΑΓΙΑΤ"
Ι
Edward Fitzgerald Translation (1859)
Awake! For Morning in the Bowl of Night
Has flung the Stone that puts the Stars to flight:
And lo! The Hunter of the East has caught
The Sultan’s Turret in a Noose of Light.
ΙΙ
Graves-Shah translation (1967)
While Dawn, Day’s herald straddling the whole sky,
Offers the drowsy world a toast “To Wine”,
The Sun spills early gold on city roofs-
Day’ s regal Host, replenishing his jug.
THE GREEK RENDERING OF ABOVE TRANSLATIONS /
While Dawn, Day’s herald straddling the whole sky,
Offers the drowsy world a toast “To Wine”,
The Sun spills early gold on city roofs-
Day’ s regal Host, replenishing his jug.
THE GREEK RENDERING OF ABOVE TRANSLATIONS /
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΩΝ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΩΝ
Ι
Σηκωθείτε. Γιατί το Πρωινό έχει εκσφενδονίσει
στο κύπελλο της Νύχτας την πέτρα που βάζει τ΄ Αστέρια
να πετάνε: Και να! Ο Κυνηγός της Ανατολής φυλάκισε
τον πυργίσκο του Σουλτάνου σε μια θηλειά φωτός.
ΙΙ
Καθώς ξημερώνει, ο Κήρυκας της Μέρας διασκελίζει όλο τον Ουρανό.
Προσφέρει στο νυσταγμένο Κόσμο μια πρόποση: «Στο κρασί».
Ο Ήλιος χύνει πρωινό χρυσάφι στις στέγες της πόλης- Ο βασιλικός
Οικοδεσπότης της Μέρας ξαναγεμίζει τη στάμνα του.
Ι
Σηκωθείτε. Γιατί το Πρωινό έχει εκσφενδονίσει
στο κύπελλο της Νύχτας την πέτρα που βάζει τ΄ Αστέρια
να πετάνε: Και να! Ο Κυνηγός της Ανατολής φυλάκισε
τον πυργίσκο του Σουλτάνου σε μια θηλειά φωτός.
ΙΙ
Καθώς ξημερώνει, ο Κήρυκας της Μέρας διασκελίζει όλο τον Ουρανό.
Προσφέρει στο νυσταγμένο Κόσμο μια πρόποση: «Στο κρασί».
Ο Ήλιος χύνει πρωινό χρυσάφι στις στέγες της πόλης- Ο βασιλικός
Οικοδεσπότης της Μέρας ξαναγεμίζει τη στάμνα του.
translation and rendering into Greek by George Tsakirakis /
μετάφραση και απόδοση, Γιώργος Τσακιράκης
Αναρτήθηκε από
Γιώργος Τσακιράκης / George Tsakirakis
στις
7:03 π.μ.
Σύνδεσμοι σε αυτήν την ανάρτηση
Ετικέτες
Iran / Περσία (Ιράν)
Yves Bonnefoy, Υβ Μπονφουά / France , Γαλλία
Yves Bonnefoy, 1923
DEVOTION, 1959
Aux orties et aux pierres
Aux "mathematiques severes". Aux trains
mal eclaires de chaque soir. Aux rues de neige
sous l' etoile sans limite.
J' allais, je me perdais. Et les mots trouvaient
mal leur voie dans le terrible silence.
-Aux mots patients et sauveurs.
A la "Madone du soir". A la grande table
de pierre au-dessus des rives heureuses. A des
pas qui se sont unis, puis separes.
A l' hiver oltr' Arno. A la neige et a tant de
pas. A la chapelle Brancacci, quand il fait nuit.
Aux chapelles des iles.
.....................................
(A tous palais de ce monde, pour l' accueil
qu' ils font a la nuit.)
......................................
A Delphes ou l' on peut mourir
A la ville des cerfs-volants et des grandes
maisons de verre ou se reflete le ciel.
.....................................
A cette voix consumee par une fievre essentielle.
Au tronc gris de l' erable. A une dance. A ces
deux salles quelconques, pour le maintien
des dieux parmi nous.
Υβ Μπονφουά
ΑΦΙΕΡΩΣΗ, 1959
Στις τσουκνίδες και στις πέτρες.
Στην "ακρίβεια των μαθηματικών". Στα μισο-
φωτισμένα βραδινά τραίνα. Στους χιονισμένους
δρόμους κάτω από το άστρο του απείρου.
Πορευόμουν, περιπλανιόμουν. Κι οι λέξεις έβρι-
σκαν με δυσκολία το δρόμο τους μέσα στη φοβε-
ρή σιωπή.- Στις λέξεις της υπομονής και της σω-
τηρίας.
Στην "Παναγία της εσπέρας". Στο μεγάλο πέ-
τρινο τραπέζι στις ευτυχισμένες όχθες. Σε βήματα
που συναντήθηκαν κι ύστερα χώρισαν.
Στο χειμώνα πέρα από τον Άρνο. Στο χιόνι
και στα τόσα βήματα. Στο παρεκκλήσι του Bran-
cacci, όταν νυχτώνει.
Στα νησιώτικα ξωκκλήσια.
...................................
(Σε όλα τα παλάτια αυτού του κόσμου όταν
υποδέχονται τη νύχτα).
...................................
Στους Δελφούς όπου δεκτός ο θάνατος.
Στην πόλη με τους χαρταετούς και τα μεγάλα
γυάλινα σπίτια που αντανακλούν τον ουρανό.
....................................
Σ' αυτή τη φωνή που έσβησε αναζητώντας ενα-
γώνια την ουσία. Σ' ένα χορό.Σ' αυτές τις δύο αί-
θουσες, όποιες κι αν είναι, που κρατούν τους θεούς
ανάμεσά μας.
(μετάφραση, Χριστόφορος Λιοντάκης)
DEVOTION, 1959
Aux orties et aux pierres
Aux "mathematiques severes". Aux trains
mal eclaires de chaque soir. Aux rues de neige
sous l' etoile sans limite.
J' allais, je me perdais. Et les mots trouvaient
mal leur voie dans le terrible silence.
-Aux mots patients et sauveurs.
A la "Madone du soir". A la grande table
de pierre au-dessus des rives heureuses. A des
pas qui se sont unis, puis separes.
A l' hiver oltr' Arno. A la neige et a tant de
pas. A la chapelle Brancacci, quand il fait nuit.
Aux chapelles des iles.
.....................................
(A tous palais de ce monde, pour l' accueil
qu' ils font a la nuit.)
......................................
A Delphes ou l' on peut mourir
A la ville des cerfs-volants et des grandes
maisons de verre ou se reflete le ciel.
.....................................
A cette voix consumee par une fievre essentielle.
Au tronc gris de l' erable. A une dance. A ces
deux salles quelconques, pour le maintien
des dieux parmi nous.
Υβ Μπονφουά
ΑΦΙΕΡΩΣΗ, 1959
Στις τσουκνίδες και στις πέτρες.
Στην "ακρίβεια των μαθηματικών". Στα μισο-
φωτισμένα βραδινά τραίνα. Στους χιονισμένους
δρόμους κάτω από το άστρο του απείρου.
Πορευόμουν, περιπλανιόμουν. Κι οι λέξεις έβρι-
σκαν με δυσκολία το δρόμο τους μέσα στη φοβε-
ρή σιωπή.- Στις λέξεις της υπομονής και της σω-
τηρίας.
Στην "Παναγία της εσπέρας". Στο μεγάλο πέ-
τρινο τραπέζι στις ευτυχισμένες όχθες. Σε βήματα
που συναντήθηκαν κι ύστερα χώρισαν.
Στο χειμώνα πέρα από τον Άρνο. Στο χιόνι
και στα τόσα βήματα. Στο παρεκκλήσι του Bran-
cacci, όταν νυχτώνει.
Στα νησιώτικα ξωκκλήσια.
...................................
(Σε όλα τα παλάτια αυτού του κόσμου όταν
υποδέχονται τη νύχτα).
...................................
Στους Δελφούς όπου δεκτός ο θάνατος.
Στην πόλη με τους χαρταετούς και τα μεγάλα
γυάλινα σπίτια που αντανακλούν τον ουρανό.
....................................
Σ' αυτή τη φωνή που έσβησε αναζητώντας ενα-
γώνια την ουσία. Σ' ένα χορό.Σ' αυτές τις δύο αί-
θουσες, όποιες κι αν είναι, που κρατούν τους θεούς
ανάμεσά μας.
(μετάφραση, Χριστόφορος Λιοντάκης)
Αναρτήθηκε από
Γιώργος Τσακιράκης / George Tsakirakis
στις
6:36 π.μ.
Σύνδεσμοι σε αυτήν την ανάρτηση
Ετικέτες
France / Γαλλία
Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2009
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
