Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2010

Allen Ginsberg, Άλεν Γκίνσμπερκ / U.S.A., Ηνωμένες Πολιτείες

ALLEN GINSBERG (1926-1997)

A supermarket in California


What thoughts I have of you tonight Walt Whitman,
for I walked down the sidestreets under the trees
with a headache self-conscious looking at the full moon.
In my hungry fatigue, and shopping for images, I went into
the neon fruit supermarket, dreaming of your enumerations!
What peaches and what penumbras! Whole families shopping at night!
Aisles full of husbands! Wives in the avocados, babies
in the tomatoes!—and you, Garcia Lorca, what were you
doing down by the watermelons?

I saw you, Walt Whitman, childless, lonely old grubber among
the meats in the refrigerator and eyeing, the grocery boys.
I heard you asking questions of each: Who killed the pork
chops? What price bananas? Are you my Angel?
I wandered in and out of the brilliant stacks of cans following you,
and followed in my imagination by the store detective.
We strode down the open corridors together in our solitary fancy
tasting artichokes, possessing every frozen delicacy, and never
passing the cashier. ferry.

Where are we going, Walt Whitman? The doors close in an hour.
Which way does your beard point tonight?
(I touch your book and dream of our odyssey in the supermarket
and feel absurd).
Will we walk all night through solitary streets? The trees add shade to shade,
lights out in the houses, we'll both be lonely.
Will we stroll dreaming of the lost America of love past blue automobiles in driveways, home to our silent cottage?
Ah, dear father, graybeard, lonely old courage-teacher, what America did you have when Charon quit poling his and you got out on a smoking bank and stood watching the boat disappear on the black waters of Lethe?
Berkeley, 1955

(translated by poet George Tsakirakis)

ΑΛΕΝ ΓΚΙΝΣΜΠΕΡΚ (1926-1997), Η.Π.Α.

Ένα σουπερμάρκετ στην Καλιφόρνια

Ποιες σκέψεις κάνω αυτό το βράδυ για σένα,/ Γουόλτ Γουίτμαν, περπατώντας στους μικρούς δρόμους/ κάτω απ’ τα δέντρα μ’ έναν πονοκέφαλο,/ κοιτάζοντας ενσυνείδητα την πανσέληνο.

Με μια πεινασμένη κούραση και ψάχνοντας ν’ αγοράσω εικόνες/
μπήκα μέσα στο «Νέον», ένα σουπερ μάρκετ φρούτων,/ ονειρευόμενος όσα εσύ προσπαθούσες ν’ απαριθμήσεις.

Τι ροδάκινα και τι μισόφωτα! Ολόκληρες οικογένειες να ψωνίζουν/ μέσα στη νύχτα. Διάδρομοι γεμάτοι από συζύγους! Σύζυγοι μέσα/ στα αβοκάντο, μωρά μέσα στις ντομάτες- κι εσύ, Γκαρθία Λόρκα, τι έκανες εκεί κάτω απ’ τα καρπούζια;

Σε είδα, Γουόλτ Γουίτμαν, άτεκνο, μοναχικό γερο τεμπέλη,/
να σκαλίζεις ανάμεσα στα κρέατα, μέσα στο ψυγείο και να παρατηρείς
τ’ αγόρια του παντοπωλείου./ Σε άκουσα να ρωτάς καθέναν χωριστά: ποιος σκότωσε
τις χοιρινές/ μπριζόλες; Πόσο κάνουν οι μπανάνες; Εσύ είσαι ο Άγγελός μου;

Περιπλανήθηκα μέσα κι έξω απ’ τους σωρούς με τις αστραφτερές/
κονσέρβες ακολουθώντας εσένα κι ακολουθούμενος στη φαντασία μου/ απ’ τον ντετέκτιβ του καταστήματος. Διασχίζαμε μαζί τους ανοιχτούς/ διαδρόμους μέσα στη μοναχική μας φαντασία δοκιμάζοντας αγκινάρες/ απολαμβάνοντας κάθε παγωμένη λιχουδιά, χωρίς να περνάμε ποτέ απ’ τις κυλιόμενες λωρίδες του ταμείου.

Πού πάμε, Γουόλτ Γουίτμαν; Οι πόρτες κλείνουν σε μια ώρα. Ποιο δρόμο/ θ’ ακολουθήσει η γενειάδα σου αυτό το βράδυ;/ (αγγίζω το βιβλίο σου και το όνειρο της οδύσσειάς μας στο σουπερ μάρκετ κι αισθάνομαι το παράλογο).
Θα περπατάμε όλη τη νύχτα μέσα στους μοναχικούς δρόμους;/
Τα δέντρα προσθέτουν σκιά στη σκιά, τα φώτα σβηστά στα σπίτια./ Θα είμαστε κι οι δυο μόνοι. Θα περπατάμε ονειρευόμενοι τη χαμένη Αμερική της αγάπης,/ προσπερνώντας τα μπλε αυτοκίνητα στους δρόμους προς το σπίτι, το σιωπηλό εξοχικό μας;

Αχ, ακριβέ πατέρα με τη γκρι γενειάδα, μοναχικέ γερο θαρραλέε-δάσκαλε,
ποια Αμερική είχες όταν ο Χάροντας έπαψε να σπρώχνει με το κοντάρι του
κι εσύ βγήκες έξω σε μιαν όχθη που κάπνιζε και στεκόσουν βλέποντας τη βάρκα
να εξαφανίζεται στα μαύρα νερά της Λήθης;
Μπέρκλεϊ, 1955

(μετάφραση, Γιώργος Τσακιράκης)